Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου, 2020

Ποίες/οι Είμαστε

Το πολιτικό και ιδεολογικό κεκτημένο που υπερασπιζόμαστε

Έχοντας επίγνωση των μεγεθών –και συνεπώς και των ορίων μας–, οι οργανώσεις που σήμερα επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε μια νέα συλλογικότητα στο χώρο της Αριστεράς, τα τελευταία χρόνια «συναντιόμαστε» σε ένα κοινό πολιτικό και ιδεολογικό κεκτημένο. Η Αριστερά που μας ενδιαφέρει είναι μια Αριστερά:

ταξική και ταυτόχρονα αντικαπιταλιστική

Ασφαλώς, στα χρόνια της ηγεμονίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στη Δύση, η εργατική τάξη στη Δύση δεν είναι αυτή της συγκεντρωμένης βιομηχανικής εργατικής δύναμης –των εργοστασίων της Πετρούπολης του 1917 ή της Ρενό στο Παρίσι του 1968–, των αντίστοιχα ισχυρών συνδικάτων και των μεγάλων εργατικών κομμάτων του εικοστού αιώνα.

Επιπλέον, η ιστορία του εικοστού αιώνα δείχνει πως ο κόσμος της εργασίας δεν είναι θωρακισμένος, αποκλειστικά «ως εκ της θέσης του», απέναντι στα κηρύγματα του εθνοφυλετικού μίσους ή τη ντροπή των έμφυλων διακρίσεων.

Όμως, ο σημερινός πολιτικός κατακερματισμός των εργαζομένων δεν αναιρεί την κρίσιμη, από στρατηγική άποψη, θέση τους στην υπόθεση της ανατροπής: τη σημασία του εργατικού και κοινωνικού ελέγχου της παραγωγής και της γενικής πολιτικής απεργίας ως μέσου ενοποίησης αγώνων. Αντίθετα, όσο ο κατακερματισμός αυτός δεν αντιστρέφεται, όσο οι ιδιαίτερες οικονομικές διεκδικήσεις μένουν αποκομμένες από μια χειραφετητική πολιτική στρατηγική, οι κάθε είδους διαιρέσεις –ανάμεσα σε εργαζόμενους και άνεργους, παλιούς και νέους, ντόπιους και ξένους, «λευκά» και «μπλε» κολάρα– θα αποτελούν ανυπέρβλητο εμπόδιο για κάθε προσπάθεια να αλλάξει η κοινωνία.

Γι’ αυτό η υπεράσπιση του κόσμου της εργασίας είναι υπαρξιακή υπόθεση για την Αριστερά. Δεν πρόκειται μόνο για την υπεράσπιση των θέσεων εργασίας, του μισθού και της κοινωνικής ασφάλισης. Η ίδια περιλαμβάνει, επίσης, τη διεκδίκηση του ελεύθερου χρόνου, την αμφισβήτηση της ιεραρχίας, τη διεκδίκηση του δημοκρατικού κοινωνικού ελέγχου στον σχεδιασμό της παραγωγής και την διανομή. Η υπόθεση της κοινωνικής αντιπολίτευσης αλλά και της ανατροπής δεν είναι μόνο η προσπάθεια υπέρβασης των επιμέρους διαφορών των “από κάτω”, αλλά και προσπάθεια συγκρότησης ενός κοινωνικού μπλοκ το οποίο θα προσπαθήσουμε να οργανωθεί και να εκφραστεί. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται το μπλοκ αυτό να έχει και εσωτερικές ταξικές προτεραιότητες, ξεκινώντας στη σημερινή εποχή από τους ανέργους και τις άνεργες, όσους και όσες κινούνται στη γκρίζα ζώνη μεταξύ επισφάλειας, υποαπασχόλησης και ανεργίας. Για να το πούμε σχηματικά, όσους και όσες ζουν ή θέλουν να ζήσουν από τη δουλειά τους. Εσωτερικές ταξικές προτεραιότητες σημαίνει πως χρειάζεται η σύνθεση με πραγματικούς όρους και των στόχων αυτού του κοινωνικού μπλοκ και όχι απλώς το άθροισμα των επί μέρους αιτημάτων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων, όπως έχει συνηθίσει να κάνει κατά καιρούς η αριστερά, καθώς υπάρχουν ακόμα και περιπτώσεις όπου τα αιτήματα αυτά είναι στην πράξη αλληλοσυγκρουόμενα. Αυτό συνεπάγεται ότι θα προσπαθούμε οι επεξεργασίες μας και οι προσπάθειές μας για την αναζωογόνηση των κοινωνικών κινημάτων να βάζουν μπροστά σε κάθε περίπτωση τους πιο αδύναμους αυτού του μπλοκ, αλλά και να προωθούν στο σήμερα το μετασχηματισμό της κοινωνίας προς το στρατηγικό μας στόχο, αλλά και την ιδεολογική ηγεμονία των ιδεών μας στο εσωτερικό αυτού του δυνητικού κοινωνικού συνασπισμού.

μια Αριστερά φεμινιστική, ΛΟΑΤΚΙ και αντιπατριαρχική

Η πατριαρχία είναι ένα διαχρονικό σύστημα βίας, καταπίεσης, εκμετάλλευσης των γυναικών ως κατηγορίας. Έχει ως κύριο στοιχείο την οικογένεια που διαχρονικά αποτελεί τον πρώτο και κύριο χώρο καταπίεσης των γυναικών στις οποίες εναποτίθεται το καθήκον της αναπαραγωγής της ζωής και της απλήρωτης εργασίας στον ιδιωτικό χώρο. Η οικογένεια είναι ο χώρος άσκησης εξουσίας των ανδρών επί των γυναικών, και ελέγχου των σωμάτων και της σεξουαλικότητάς τους.

Η πατριαρχία παράγει και διατηρεί την έμφυλη ανισότητα και πολλαπλές άλλες κοινωνικές ιεραρχήσεις. Η βία σε βάρος των γυναικών, η οικονομική ανισότητα και η ανισότητα της πρόσβασης στην πολιτική δραστηριότητα και στην εργασία και τα έμφυλα στερεότυπα, η ομοφοβία και η τρανσφοβία αποτελούν θεμελιώδεις εκφάνσεις της. Η πατριαρχία διαπλέκεται με τον καπιταλισμό και την ταξική εκμετάλλευση, αλλά διατηρεί την αυτονομία της ως σύστημα συμβολικής και υλικής εξουσίας που εκδηλώνεται στην καθημερινότητα των διαπροσωπικών σχέσεων, στην εργασία, στην πολιτική δραστηριότητα.

Ο αγώνας ενάντια στην πατριαρχία δεν είναι μερικό θεματικό κίνημα αλλά πυλώνας του χειραφετησιακού εγχειρήματος που φωτίζει με τον ιδιαίτερο τρόπο του κάθε πτυχή της πολιτικής δράσης μας. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική απελευθέρωση αν τίθεται σε δεύτερη μοίρα η έμφυλη διάσταση. Αγωνιζόμαστε για την έμφυλη ισότητα, την κοινωνική απελευθέρωση των γυναικών, την απελευθερωμένη έκφραση της σεξουαλικότητας, του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου, την εξάλειψη της βίας και των διακρίσεων, την οριστική κατάλυση του συστήματος της πατριαρχίας. Στηρίζουμε τους αγώνες της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας ενάντια στην επιβεβλημένη ετεροσεξιστική «κανονικότητα».

αντιιμπεριαλιστική και, την ίδια στιγμή, διεθνιστική

Όπως ο κλασικός, έτσι και ο νέος ιμπεριαλισμός, είναι ένας διαρκής κίνδυνος για τη δημοκρατία και την ειρήνη διεθνώς. Όμως, μπροστά στην επιθετικότητα του νέου ιμπεριαλισμού, δεν ξεχνάμε πως ο ιμπεριαλισμός δεν είναι μια εξουσία που επιβάλλεται «απ’ έξω», αλλά προσκαλείται για να θωρακίσει τις σχέσεις εξουσίας στο εσωτερικό. Το διαχρονικό –από σύστασης του ελληνικού κράτους– «ανήκομεν εις την Δύσιν», ήτοι, η ένταξη της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς (την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωζώνη, το ΝΑΤΟ), η συμμαχία με τις ΗΠΑ, την Αίγυπτο και το Ισραήλ, αποτελούν επιλογή μιας ιστορικής κοινωνικής συμμαχίας στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 2015, αυτή η τελευταία δήλωσε πως, αν αμφισβητηθούν οι διεθνείς συμμαχίες της (το «Μένουμε Ευρώπη»), η ίδια θα «κάνει την κίνησή της» για να αποκαταστήσει την τάξη, με κάθε κόστος. Ολόκληρο το 2018, η ίδια συμμαχία δεν έπαψε να απαιτεί αλλαγή του ονόματος της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και να πολιτεύεται ως πρόθυμη σύμμαχος των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, για να στηριχτεί από αυτές στο ζήτημα των ΑΟΖ, ρισκάροντας ένα θερμό επεισόδιο με την Τουρκία στο Αιγαίο.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η Αριστερά που μας ενδιαφέρει είναι η Αριστερά που έχει αφομοιώσει το κλασικό μάθημα: στο βαθμό που η καπιταλιστική κυριαρχία συγκροτείται πρώτα σε εθνικό επίπεδο, προχωρά σε υπερεθνικό και ολοκληρώνεται σε παγκόσμιο, η πρώτη στιγμή του αντιιμπεριαλισμού και, μαζί, του διεθνισμού μας, είναι αυτή απέναντι στο «δικό μας» κράτος και το «δικό μας» κεφάλαιο. Η απαίτηση για αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς περνά αναπόφευκτα από μια ιστορική αναμέτρηση με τη συμμαχία που στερεώθηκε στην Ελλάδα χάρη στους μηχανισμούς αυτούς. Όταν αυτό παραγνωρίζεται, τότε η απαίτηση αυτή είναι άλλοτε ρητορική πλειοδοσία χωρίς αντίκρυσμα, και άλλοτε σύμπτωμα κρίσης στρατηγικής, ασύγγνωστος κυβερνητισμός, αφομοίωση στα «αυτονόητα» του ελληνικού εθνικισμού.

Η διεθνής συσσώρευση πολεμικών μηχανών στη περιοχή μας αντανακλάται και στο εσωτερικό της χώρας. Σε Ελλάδα και Κύπρο η υποχρέωση της καθολικής συμμετοχής στη στρατιωτική θητεία σχετικοποιείται καθώς είτε παρέχεται η δυνατότητα εξαγοράς της (για τους έχοντες, στην Ελλάδα) είτε απαλλάσσονται από αυτήν οι γόνοι πλοιοκτητών (στην Κύπρο). Και ταυτόχρονα, εξοντώνουν ποινικά και οικονομικά, ενάντια στις ίδιες τις διακηρύξεις του αστικού κράτους περί σεβασμού ατομικών δικαιωμάτων, όσους επιλέγουν να μην υπηρετήσουν τον συγκεκριμένο μηχανισμό. Αντιρρησίες πολιτικής συνείδησης, θρησκευτικής συνείδησης, νέοι Έλληνες μετανάστες της κρίσης, αντιμετωπίζουν την ταξική καταστολή ενός διαρκούς αδικήματος, αυτού της ανυποταξίας, με συνεχείς διώξεις, περιορισμούς και πολλαπλά πρόστιμα για το ίδιο αδίκημα, υποδηλώνοντας μια άλλη διάσταση της ταξικής εκμετάλλευσης. Ο αγώνας για την κοινωνική χειραφέτηση όπου γης δεν μπορεί παρά να στέκεται ενάντια στον αστικό μιλιταρισμό, στο πλαίσιο μιας διεθνούς δράσης ενάντια σε πολέμους και εχθροπραξίες.

ρηξιακή με την ΕΕ και όχι απλά μια άλλη αντι ΕΕ δύναμη.

Η εμπειρία της περίφημης “διαπραγμάτευσης” με την ΕΕ και τους δανειστές που διεξήγαγε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015 μας έδειξε ότι η ΕΕ, εκτός από την λιτότητα που προωθεί διαρκώς στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών, δεν θα διστάσει να ασκήσει και σκληρές, άμεσες ή έμμεσες, πολιτικές – εμπάργκο στα ίδια τα κράτη μέλη της ευρωζώνης, που θα τολμήσουν να αμφισβητήσουν το κυρίαρχο μοντέλο διακυβέρνησης της. Αν έτσι έχουν τα πράγματα και όλα δείχνουν ότι έτσι έχουν και εφόσον έχουμε να κάνουμε με έναν ιδιαίτερα επιθετικό νεοφιλελευθερισμό, τότε τόσο οι προγραμματικές δηλώσεις αλλαγής της ενωσιακής αρχιτεκτονικής, όσο και τα πλάνα αποδέσμευσης ή εξόδου από την Ευρωζωνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμα όμως και οι νεοκευνσιανές αναζητήσεις μιας χαμένης εθνικής ανταγωνιστικότητας στη βάση ενός νέου εθνικού νομίσματος είναι αναντίστοιχες με τις απαιτήσεις μιας νέας πολιτικής ελπίδας και ενός νέου ριζοσπαστικού προτάγματος. Η ΕΕ δεν επιτρέπει εναλλακτικές οικονομικές πολιτικές τόσο στο εσωτερικό της όσο και στον γεωπολιτικό περίγυρό της. Η πολιτική ρήξης με την ΕΕ και όχι αυτή της απλής εξόδου, συμφωνημένης ή μη, είναι μια πολύ πιο σύνθετη πολιτική διαδικασία από μια σειρά μέτρων νομισματικής κυριαρχίας και διευθέτησης του χρέους. Η πολιτική ρήξης με την ΕΕ είναι κάτι περισσότερο από αναγκαία για την άμυνα αλλά και για την επίθεση των υποτελών τάξεων. Ταυτόχρονα όμως περιέχει πολύ σκληρούς και απαιτητικούς προγραμματικούς σχεδιασμούς και μια συνολικότερη ανάγκη δημοκρατικής επαναδιευθέτησης της οικονομίας, στα πλαίσια των οποίων, η παύση πληρωμών και η εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση των τραπεζών είναι μόνο η αρχή. Μια συλλογικότητα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς θα πρέπει να ανοίξει ξανά το διάλογο και να αναζητήσει εκ νέου ελπιδοφόρες και ριζοσπαστικές απαντήσεις σε αυτό το πεδίο, μακριά από απλοϊκές και καθησυχαστικές αφηγήσεις.

δημοκρατική και, μαζί, ελευθεριακή και αντικρατική

Η κοινωνική χειραφέτηση δεν είναι υπόθεση φωτισμένων ηγεσιών: προϋποθέτει την κίνηση των πολλών και τη διαρκή συμμετοχή. Η έκβαση του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ έχει πολλά να μας πει για την τύχη ενός πολιτικού κόμματος που αποκόπηκε από την κοινωνική κίνηση για να παραμείνει στην κυβέρνηση, αφού τμήματά του μεθόδευσαν την υπερσυγκέντρωση ισχύος στις κορυφές του, την αδιαφάνεια, την ανάθεση, τον παραλυτικό φραξιονισμό.

Από το 2011 και μετά, και από τις πλατείες των «Αγανακτισμένων» ως τα κινήματα Occupy και το Πάρκο Γκεζί, το αίτημα για «πραγματική δημοκρατία» είναι η προμετωπίδα των αγώνων εκατομμυρίων ανθρώπων, που έχουν λόγους να μην εμπιστεύονται τους ασύδοτους τεχνοκράτες των διεθνών οργανισμών και τους απαξιωμένους «ειδικούς» της πολιτικής.

Σε αντίθεση με τα αρχηγοκεντρικά μη-κόμματα της αστικής πολιτικής, μια σύγχρονη αντικαπιταλιστική διεθνιστική Αριστερά οφείλει να προεικονίζει την κοινωνία που επιδιώκει να οικοδομήσει, τόσο στο εσωτερικό της, όσο στην απεύθυνση της και στη σχέση της με τα κοινωνικά κινήματα. Κι αυτό γιατί η ίδια κατανοεί πως η ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας δεν είναι υπόθεση της Στιγμής που αλλάζει μονομιάς τα πάντα· είναι μια διαδικασία που ξεκινά από σήμερα, περνά από κρίσιμες στιγμές, περιλαμβάνει πισωγυρίσματα, και έχει άδηλο τέλος.

Μια πολιτική οργάνωση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, ένα «σύνθετο στοιχείο της κοινωνίας», οφείλει να είναι ενήμερη για τις διαφορετικές εμπειρίες, διαθεσιμότητες, ικανότητες, δυνατότητες πρόσβασης στη γνώση και την πληροφορία που χαρακτηρίζουν τα μέλη της. Την ίδια στιγμή, είναι κρίσιμο να συνθέτει και να ενοποιεί τις διαφορές αυτές σε μια νέα ποιότητα: να εγγυάται τη δημοκρατική συμμετοχή, διασφαλίζοντας ένα συμφωνημένο ελάχιστο αποτελεσματικότητας. Να εκπαιδεύει χωρίς να εμπεδώνει και να διαιωνίζει ιεραρχίες. Να σέβεται την ελευθερία όλων, χωρίς η ίδια να ρευστοποιείται, οργανωτικά και πολιτικά.

Η κοινωνική αλλαγή, ο κομμουνισμός, είναι υπόθεση ενός μεγάλου δημοκρατικού γεγονότος. Η υπόθεση αυτή, ωστόσο, συνεπάγεται μια ιστορική αναμέτρηση με το κράτος και τους μηχανισμούς του: η διαχείριση της κρίσης, η ασυδοσία των αφεντικών, ο εξτρεμισμός του Κέντρου και η άνοδος της Ακροδεξιάς βεβαιώνουν πέρα από κάθε αμφιβολία τα στενά όρια μιας στρατηγικής «εκδημοκρατισμού». Μια σύγχρονη αντικαπιταλιστική στρατηγική δεν μπορεί να παραγνωρίζει τα όρια αυτά. Χρειάζεται, λοιπόν, να συνδυάζει δύο διαφορετικά είδη επίγνωσης. Από τη μια, το γεγονός ότι, και στις πιο αυταρχικές περιόδους της αστικής δημοκρατίας, οι δυνάμεις της ανατροπής διεκδικούσαν την παρέμβαση στους θεσμούς, προκειμένου να ενοποιήσουν τις δυνάμεις τους και να κοινωνικοποιήσουν το μήνυμά τους. Από την άλλη, το γεγονός ότι, ακόμα και στις πιο ευοίωνες περιόδους, οι δυνατότητες της παρέμβασης μέσα από τους θεσμούς έχουν όριο, αν δεν βρίσκουν το ισοδύναμό τους σε «θεσμούς» αντι-εξουσίας. Είναι ένα από τα «μαθήματα» της προηγούμενης περιόδου που χρειάζεται να αφομοιώσουμε: η διεκδίκηση της ηγεμονίας, και πολύ περισσότερο η οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας, δεν είναι υπόθεση αποκλειστικά επικράτησης ιδεών. Αντίθετα, προϋποθέτει στρατηγική και οργάνωση, κοινωνική ισχύ και μέσα επιβολής απέναντι στον δεσποτισμό του κεφαλαίου και τον κρατικό αυταρχισμό.

Εν κατακλείδι, οι συλλογικότητες και οι άνθρωποι που σήμερα παίρνουμε την πρωτοβουλία να ιδρύσουμε μια νέα συλλογικότητα πιστεύουμε πως μια πραγματικά ανταγωνιστική, ανατρεπτική πολιτική, προϋποθέτει πολύ περισσότερα από μια αφηρημένη διακήρυξη της αφοσίωσής μας σε πολιτικά προτάγματα. Προϋποθέτει, σε τελική ανάλυση, την αναγνώριση της πολυπλοκότητας και των αντιφάσεων της πολιτικής:

  • Μια συλλογικότητα της αριστεράς που επιδιώκει να αποτελεί οργανικό κομμάτι της κοινωνικής κίνησης, συμμέτοχος και δημιουργός αυτής, σε όλα τα πεδία και τους χώρους που αναπτύσσεται η ταξική και ιδεολογική πάλη.
  • Μια συλλογικότητα της αριστεράς οφείλει να αναπτύξει επεξεργασίες για τα επιμέρους μέτωπα, επεξεργασίες που θα μπορούν να λειτουργούν σαν εργαλεία στα χέρια των ανθρώπων που την αποτελούν και δραστηριοποιούνται στους εκάστοτε κοινωνικούς χώρους. Επεξεργασίες που έχουν το βλέμμα στραμμένο στην κοινωνική χρησιμότητα της συλλογικότητας, που επιδιώκουν να αναμετρηθούν με τα όρια και την αναποτελεσματικότητα των μέχρι τώρα αναλύσεων. Χρειαζόμαστε λοιπόν νέες επεξεργασίες το επόμενο διάστημα, που θα λαμβάνουν υπόψη τη συσσωρευμένη εμπειρία μας, σε σχέση με το φοιτητικό και το εργατικό κίνημα, το κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες και μετανάστες/στριες, το αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό κίνημα, το κίνημα υπεράσπισης του δημόσιου χώρου και του περιβάλλοντος, των φυσικών πόρων, το ΛΟΑΤΚΙ κίνημα και το φεμινιστικο κίνημα ενάντια στην πατριαρχία και τις έμφυλες διακρίσεις, το κίνημα ενάντια στους πλειστηριασμούς, τα κινήματα γειτονιάς, την τοπική αυτοδιοίκηση, των δικαιωμάτων των ζώων και της κάθε ύπαρξης κ.τ.λ.
  • Μια συλλογικότητα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς που κάνει πολιτική στον παρόντα χρόνο· δεν αρκείται να προπαγανδίζει απλά ένα καλύτερο μέλλον. Αξιοποιεί τις δυνατότητες, αναδεικνύει τις κοινωνικές τάσεις, χρησιμοποιεί τα θεσμικά εργαλεία, εκμεταλλεύεται τους πολιτικούς συσχετισμούς δύναμης που υπάρχουν σήμερα. Την ίδια στιγμή, μια συλλογικότητα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς δεν υποτάσσεται στους συσχετισμούς, δεν εξαντλεί την πολιτική της στο σήμερα, δεν παραγνωρίζει ότι η θεσμική ισχύς είναι αδειανό πουκάμισο αν δεν αντιστοιχεί σε ισχυρούς θεσμούς κοινωνικής αντι-εξουσίας. Η αντικαπιταλιστική πολιτική δεν εξαντλείται στο παρόν. Στο βαθμό, λοιπόν, που η κοινωνική αλλαγή είναι δυνατή στη μέση και τη μακρά διάρκεια, η αντικαπιταλιστική πολιτική μεριμνά ταυτόχρονα για τη στιγμή και την εποχή.
  • Μια συλλογικότητα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς που δεν «τα περιμένει όλα από το κράτος». Θεωρεί την αυτο-οργάνωση και τα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης οργανωτικές μορφές που φέρνουν πιο κοντά την «άλλη κοινωνία»· σπόρους και διαδικασίες με τις δικές τους δυναμικές, η αυτονομία των οποίων πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη. Την ίδια στιγμή, μια συλλογικότητα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς αναγνωρίζει τα όρια της αυτοδιαχείρισης, σε έναν κόσμο διεθνοποιημένου καπιταλισμού και νεοφιλελεύθερου αυταρχικού κρατισμού. Ενώ λοιπόν η ίδια αγωνίζεται για να διευρύνει τους χώρους κοινωνικής ελευθερίας και ισότητας, καταλαβαίνει πως οι χώροι αυτοί δεν μπορούν να επεκτείνονται αέναα χωρίς να αμφισβητούν την καπιταλιστική εξουσία, τα «αυτονόητα» της ιδιοκτησίας, τις κοινωνικές ιεραρχίες που αναπαράγονται μέσα από τους εθνικούς και διεθνικούς εξουσιαστικούς μηχανισμούς.
  • Μια συλλογικότητα της Αριστεράς που έχει αφομοιώσει το μάθημα της περιόδου 2012-2015 για τις καταστροφικές συνέπειες του κυβερνητισμού, των ανερμάτιστων κοινωνικών συμμαχιών, του εκλογικισμού και της αντίληψης που βλέπει στο κράτος ένα ουδέτερο, «προνομιακό» όχημα για να βελτιώσουμε τη ζωή μας και να αλλάξουμε την κοινωνία. Με την έννοια αυτή, η ίδια σκέφτεται, επιδιώκει, ενδιαφέρεται να οργανώσει τη ρήξη με την αστική εξουσία στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ίδια στιγμή, μια συλλογικότητα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς θεωρεί την κυβέρνηση ως πιθανό σημείο καμπής σε μια πορεία όξυνσης του ταξικού ανταγωνισμού, πιθανό εργαλείο μιας πολιτικής ρήξης και αντικαπιταλιστικής μετάβασης (υπό την προϋπόθεση ενός μεταβατικού προγράμματος και των αντίστοιχων κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών).
  •  Μια συλλογικότητα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς που αναγνωρίζει ότι οι εργατικές, οικολογικές και κοινωνικές διεκδικήσεις έχουν κοινή αφετηρία και στόχους. Ότι η αλληλεπίδραση τους είναι προϋπόθεση για οποιαδήποτε αποτελεσματική αντίσταση και ακόμη περισσότερο για τη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού πειστικού προτάγματος για την επόμενη μέρα. Μόνη πραγματική διέξοδο από την πολλαπλή κρίση της εποχής μας, για το παρόν και το μέλλον της κοινωνικής πλειοψηφίας μπορεί να αποτελέσει ένας ριζοσπαστικός, ταυτόχρονα κοινωνικός και οικολογικός, μετασχηματισμός της παραγωγής. Ένα υπόδειγμα που θα έχει ως βάση του (αλλά και πεδίο απόδειξης της «αλήθειας» του) την αποκλειστική ικανοποίηση των συλλογικών κοινωνικών αναγκών, τον ριζικό μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, την αειφορική διαχείριση των φυσικών πόρων, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής. Και όλα τα παραπάνω έχουν και υλικές δεσμεύσεις και συνέπειες στο σήμερα: απαιτούν τη στήριξη και ενίσχυση των πολλών και διαφορετικών περιβαλλοντικών κινημάτων που αντιστέκονται σε παρόντα χρόνο στις υπάρχουσες πολιτικές υφαρπαγής και ιδιωτικοποίησης των κοινών-φυσικών αγαθών και πόρων. Για εμάς, η οικοκοινωνική διάσταση δεν μπορεί να είναι παράπλευρο ή δευτερεύον στοιχείο του λόγου και της πρακτικής μας. Αντίθετα, είναι δομικό συστατικό, πρωτεύουσα και κεντρική διάσταση τόσο της κριτικής μας στην καπιταλιστική ανάπτυξη, όσο και της προσπάθειας μας για τη συγκρότηση ανατρεπτικών αγώνων υπεράσπισης των αναγκών της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Login to your account below

Fill the forms bellow to register

Retrieve your password

Please enter your username or email address to reset your password.